Με τις καταθέσεις επιζώντων από το τρίτο βαγόνι της επιβατικής αμαξοστοιχίας και μίιας εργαζόμενης που την στιγμή της σύγκρουσης βρίσκονταν στα πιο πίσω βαγόνια, ολοκληρώθηκε η σημερινή συνεδρίαση στη δίκη για το δυστύχημα των Τεμπών.
Όλοι οι μάρτυρες κατέθεσαν για το πώς βίωσαν την στιγμή της σύγκρουσης – την προσπάθειά τους να βγουν από το βαγόνι που είχε πάρει κλήση μετά την σύγκρουση – και την επόμενη μέρα, με τα τραύματα που έφεραν, κυρίως τα ψυχολογικά.
«Αυτό που ζήσαμε δεν πρόκειται να φύγει από μέσα μας. Ειδικά το πρώτο διάστημα ήταν πολύ δύσκολο. Σε οποιαδήποτε λακκούβα, σε οποιαδήποτε στροφή, τα απότομα φρεναρίσματα, όλα αυτά ξυπνούσαν αυτό που ζήσαμε. Ακόμα και σήμερα επανέρχονται αυτές οι εικόνες ξανά και ξανά. Το βράδυ ξαναέβλεπα τις ίδιες σκηνές. Ξαναζούσα ότι έχασα το μωρό μου» κατέθεσε η Μαρία Λαζαρίδου, η οποία ταξίδευε στην επιβατική με την μητέρα της και το έξι μηνών παιδί της. Κατά την διάρκεια της κατάθεσής της, μάλιστα, αναγκάστηκε να διακόψει λόγω της συναισθηματικής φόρτισης.
Στο ίδιο βαγόνι ταξίδευαν επίσης η Zagrida Plasa με τα δύο ανήλικα παιδιά της και ο Αναστάσιος Κουμπούρης.
«Ήταν ίσως η πρώτη και η τελευταία φορά που δεν έκατσα στο κυλικείο. Κατά τύχη γλύτωσα. Νόμιζα θα πεθάνω. Αμυδρά θυμάμαι να βγαίνει κάποιος από ένα παράθυρο και τον ακολούθησα. Πηδήξαμε από εκεί στο χωράφι. Το πρώτο που αντίκρισα ήταν το δεύτερο βαγόνι που καιγότανε. ‘Ακουγα ουρλιαχτά, άτομα να προσπαθούν να σωθούν. Μετά από αυτό, είναι όλα πολύ δύσκολα. Νοιώθω αρκετά πιο αδύναμος από εκείνη την ημέρα και μετά» κατέθεσε ο κ. Κουμπούρης, προσθέτοντας πως του έμεινε η μυρωδιά του «καμένου σιδήρου» και πως στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας έβλεπε άλλους τραυματίες που ερχόταν από το σημείο της σύγκρουσης και ανθρώπους να ψάχνουν τους συγγενείς τους. «Οπότε ξεκίνησα να νοιώθω ενοχές, γιατί ήμουν εγώ τυχερός που κατάφερα να επιζήσω» κατέθεσε.
«Όταν έγινε η σύγκρουση, αυτό που νιώσαμε ήταν ένα δυνατό τίναγμα για μερικά δευτερόλεπτα και μετά πέσαμε όλοι μπροστά και γύρισε το βαγόνι μας. Εγώ χτύπησα στο τραπεζάκι. Μετά ήταν το απόλυτο σκοτάδι. Ξεκινήσανε οι τσιρίδες, οι φωνές και ήταν σαν να βλέπαμε τον θάνατο με τα μάτια μας. Νόμιζα ότι μπορεί να πέφταμε σε γκρεμό. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν απλώς να γλιτώσουν τα παιδιά μου. Φώναζα τα ονόματα τους, για να δω αν ήταν καλά» κατέθεσε η κα Plasa, η οποία περιέγραψε την αγωνία τους να βγουν από το βαγόνι πριν τους προλάβει η φωτιά. «Από εκεί και πέρα ξεκινάει άλλος Γολγοθάς. Κάθε θόρυβος, κάθε απότομη κίνηση, είναι ο φόβος και ο τρόμος. Φοβάμαι τα πάντα» πρόσθεσε.
«’Ακουσα ένα μπαμ και εκτινάχθηκα στην μέση του τρένου» κατέθεσε η Χρυσάνθη Κρεβάικα, η οποία εργάζονταν εκείνο το βράδυ ως καθαρίστρια στο τρένο.
Να σημειωθεί πως σε ερώτηση της προέδρου, κανένας από τους μάρτυρες δεν ανέφερε ότι το τρένο σταμάτησε αφότου αναχώρησε από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Λάρισας και πριν την σύγκρουση στα Τέμπη.
Η δίκη συνεχίζεται αύριο, με τις καταθέσεις της οικογένειας του Ντένις Ρούτσι.








































