Σε τροχιά διαβούλευσης μπαίνει η διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού για το 2026, μετά την επίσημη πρόσκληση της υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκης Κεραμέως, προς τους κοινωνικούς εταίρους και τους επιστημονικούς φορείς.
Στο επόμενο στάδιο, τόσο η Επιτροπή Διαβούλευσης όσο και η Επιστημονική Επιτροπή καλούνται να υποβάλουν τις εισηγήσεις και τα υπομνήματά τους, τα οποία θα αξιοποιηθούν για τη διαμόρφωση της τελικής πρότασης.
Η Επιτροπή Διαβούλευσης αποτελείται από πέντε εκπροσώπους των εργαζομένων, πέντε εκπροσώπους των εργοδοτικών οργανώσεων και τον πρόεδρο του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ). Παράλληλα, η πενταμελής Επιστημονική Επιτροπή συγκροτείται από ανεξάρτητους ειδικούς στον τομέα της οικονομίας και της αγοράς εργασίας, οι οποίοι ορίζονται από τα συναρμόδια υπουργεία και την Ελληνική Στατιστική Αρχή, με τη συμμετοχή και του προέδρου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων.
Τα πορίσματα των δύο επιτροπών θα σταλούν στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), το οποίο θα καταρτίσει το σχέδιο συμπερασμάτων της διαβούλευσης.
Η τελική εισήγηση θα κατατεθεί στο υπουργικό συμβούλιο, με στόχο ο νέος κατώτατος μισθός να τεθεί σε εφαρμογή από τον Απρίλιο του 2026.
Η υπουργός Εργασίας έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι παραμένει ενεργή η κυβερνητική δέσμευση ο κατώτατος μισθός να φτάσει τα 950 ευρώ και ο μέσος μισθός τα 1.500 ευρώ έως το 2027.
Υπενθυμίζεται ότι ο εισαγωγικός μισθός στο Δημόσιο έχει ήδη εξισωθεί με τον κατώτατο μισθό του ιδιωτικού τομέα, με παράλληλη οριζόντια αναπροσαρμογή των μισθολογικών κλιμακίων.
Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας, η διαμόρφωση της αύξησης βασίζεται σε δύο βασικούς άξονες: την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων και τις αντοχές της οικονομίας, των επιχειρήσεων και των δημόσιων οικονομικών.
Σήμερα ο κατώτατος μισθός ανέρχεται στα 880 ευρώ, ενώ το κατώτατο ημερομίσθιο για τους εργατοτεχνίτες διαμορφώνεται στα 39,30 ευρώ.
Από τα μέσα του 2027 θα τεθεί σε εφαρμογή νέος μηχανισμός καθορισμού του κατώτατου μισθού. Σύμφωνα με το νέο μοντέλο, η ετήσια αύξηση θα προκύπτει από τον συνδυασμό:
* της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για τα νοικοκυριά του χαμηλότερου 20% εισοδήματος και
* του μισού της ετήσιας μεταβολής της αγοραστικής δύναμης του Γενικού Δείκτη Μισθών.
Η φιλοσοφία του νέου συστήματος είναι να συνδέεται ο κατώτατος μισθός με πραγματικά οικονομικά δεδομένα, ενισχύοντας τη διαφάνεια, την προβλεψιμότητα και την προστασία των εργαζομένων, καθώς προβλέπεται ότι δεν θα μπορεί να μειώνεται.










































