Αυξήσεις της τάξης του 2,8% σε μεικτή βάση σχεδιάζονται για τις συντάξεις του 2027, με τα νέα ποσά να αναμένεται να καταβληθούν πριν από τα Χριστούγεννα, μαζί με τις συντάξεις Ιανουαρίου. Το συνολικό δημοσιονομικό κόστος της αναπροσαρμογής εκτιμάται σε 807 εκατ. ευρώ.
Το ποσοστό της αύξησης, πάντως, δεν μεταφράζεται σε ισόποση ενίσχυση του καθαρού εισοδήματος όλων των συνταξιούχων. Η παρακράτηση φόρου, η προσωπική διαφορά και η ΕΑΣ επηρεάζουν το ποσό που τελικά καταλήγει στην τσέπη τους. Παράλληλα, η προβλεπόμενη αύξηση υπολείπεται του επίσημου πληθωρισμού, γεγονός που περιορίζει την αγοραστική δύναμη των συνταξιούχων.
Σύμφωνα με την εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», καθαρές αυξήσεις, ανάλογα με το ασφαλιστικό ταμείο και την περίπτωση κάθε δικαιούχου, εκτιμάται ότι θα κυμανθούν από 2,20% έως 2,80%.
Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα συνταξιούχου με μεικτή σύνταξη 1.050 ευρώ. Με αύξηση 2,8%, το μεικτό ποσό διαμορφώνεται στα 1.079,40 ευρώ. Το καθαρό ποσό, σύμφωνα με τα στοιχεία του παραδείγματος, αυξάνεται από 946,02 ευρώ σε 967,34 ευρώ. Έτσι, το μηνιαίο καθαρό όφελος ανέρχεται σε 21,32 ευρώ, δηλαδή περίπου 2,25%.
Η διαφορά ανάμεσα στη μεικτή και την καθαρή αύξηση αναδεικνύει τη σημασία των κρατήσεων και της φορολογικής επιβάρυνσης στον τελικό υπολογισμό.
Αύξηση 2,8% προβλέπεται και για την εθνική σύνταξη. Από τα 446,87 ευρώ που ισχύουν το 2026, το ποσό αναμένεται να ανέλθει στα 459,38 ευρώ από την 1η Ιανουαρίου 2027, καταγράφοντας αύξηση 12,51 ευρώ τον μήνα.
Η αναπροσαρμογή επηρεάζει και τις κατώτατες παροχές που συνδέονται με την εθνική σύνταξη. Στις περιπτώσεις μεταβίβασης σύνταξης λόγω θανάτου, το κατώτατο ποσό για τον επιζώντα σύζυγο και τα τέκνα προβλέπεται να διαμορφωθεί στα 459,38 ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται.
Αύξηση προβλέπεται επίσης για το επίδομα ανασφάλιστων υπερηλίκων του ΟΠΕΚΑ. Το ποσό αναμένεται να ανέλθει από 418,94 ευρώ το 2026 σε 430,67 ευρώ από την αρχή του 2027. Για τη χορήγησή του εξακολουθούν να ισχύουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων τα ηλικιακά και εισοδηματικά κριτήρια.
Σημαντικό ρόλο στο τελικό ποσό της αύξησης παίζει η προσωπική διαφορά, η οποία εξακολουθεί να επηρεάζει μεγάλο αριθμό παλαιών συνταξιούχων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, περίπου 671.586 συνταξιούχοι διατηρούν υπόλοιπο προσωπικής διαφοράς. Για την κατηγορία αυτή προβλέπεται από την 1η Ιανουαρίου 2027 η καταβολή ολόκληρης της προβλεπόμενης αύξησης, με την εκτίμηση να ανέρχεται στο 2,8%.
Η πλήρης καταβολή της αύξησης, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το ποσό της προσωπικής διαφοράς ενσωματώνεται στη σύνταξη. Η αύξηση υπολογίζεται στη σύνταξη και δεν προστίθεται αυτομάτως το υπόλοιπο της προσωπικής διαφοράς στο καταβαλλόμενο ποσό.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα συνταξιούχου που λαμβάνει συνολικά 900 ευρώ τον μήνα, εκ των οποίων τα 800 ευρώ αντιστοιχούν στη σύνταξη και τα 100 ευρώ στην προσωπική διαφορά. Με βάση το συγκεκριμένο παράδειγμα, η αύξηση υπολογίζεται στα 800 ευρώ και ανέρχεται σε 22,40 ευρώ. Το συνολικό μηνιαίο ποσό διαμορφώνεται έτσι στα 922,40 ευρώ.
Αν η αύξηση υπολογιζόταν στο σύνολο των 900 ευρώ, θα έφτανε τα 25,20 ευρώ. Η διαφορά είναι 2,80 ευρώ τον μήνα ή 33,60 ευρώ σε ετήσια βάση.
Παράλληλα με τις αυξήσεις, προβλέπεται αναπροσαρμογή κατά 2,8% των ορίων των κλιμακίων της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων. Στόχος είναι να μην επιβαρυνθούν οι συνταξιούχοι με υψηλότερο ποσοστό κράτησης αποκλειστικά και μόνο επειδή αυξήθηκε η σύνταξή τους.
Με βάση τα στοιχεία που παρατίθενται, τα νέα όρια διαμορφώνονται ως εξής:
3%: από 1.468,01 ευρώ σε 1.509,11 ευρώ.
6%: έως 1.832,49 ευρώ.
7%: έως 2.155,87 ευρώ.
9%: έως 2.479,25 ευρώ.
10%: έως 2.802,64 ευρώ.
12%: έως 3.126,01 ευρώ.
13%: έως 3.449,39 ευρώ.
14%: έως 3.772,78 ευρώ.
Η σημασία της αναπροσαρμογής φαίνεται στο παράδειγμα συνταξιούχου με σύνταξη 1.780 ευρώ, ο οποίος επιβαρύνεται σήμερα με κράτηση 3%, δηλαδή 53,40 ευρώ. Μετά την αύξηση 2,8%, η σύνταξή του διαμορφώνεται στα 1.829,84 ευρώ. Η μετακίνηση των ορίων της ΕΑΣ αποσκοπεί στο να μην περάσει σε υψηλότερο κλιμάκιο μόνο λόγω της αύξησης.











































