Στις 30 Σεπτεμβρίου θα δοθεί η πρώτη εικόνα για τις παρεμβάσεις στα καύσιμα κίνησης, με ορίζοντα το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου.
Στις 14 Οκτωβρίου θα ακολουθήσει η δεύτερη δόση, με το πετρέλαιο θέρμανσης να περνά στο επίκεντρο, μία ημέρα πριν από την έναρξη της διάθεσής του.
Το χρονοδιάγραμμα επιβεβαίωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, εξηγώντας ότι οι πρώτες παρεμβάσεις θα έχουν ορίζοντα δεκαπενθημέρου, λόγω της έντονης μεταβλητότητας στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου.
Στο διάστημα που μεσολαβεί, αναμένεται να αποσαφηνιστεί και η εμπορική πολιτική των ίδιων των εταιριών, ώστε να υπάρχει πληρέστερη εικόνα για το πραγματικό κόστος που θα αντιμετωπίσουν οι καταναλωτές.
Το κυβερνητικό πλαίσιο, άλλωστε, έχει ήδη τεθεί από τον πρωθυπουργό, με τις τελικές αποφάσεις να συναρτώνται και από την πορεία των διεθνών τιμών.
Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης. Ένα από τα βασικά ζητήματα που παραμένουν ανοικτά είναι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα καύσιμα. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι τάσσεται υπέρ της μείωσής του, θέτει όμως ως προϋπόθεση τη συμβατότητα οποιασδήποτε φορολογικής ελάφρυνσης με τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας. Για μία τέτοια παρέμβαση απαιτούνται δύο προϋποθέσεις.
Αφενός να εξασφαλιστούν οι πόροι για τη χρηματοδότησή της, και αφετέρου να υπάρξει ευρωπαϊκή έγκριση για εξαίρεση από τις οροφές δαπανών.
Όπως ανέφερε, ο ΕΦΚ αποφέρει περίπου 4 δισ. ευρώ ετησίως, στα κρατικά ταμεία, γεγονός που καθιστά κρίσιμο το δημοσιονομικό κόστος μιας ενδεχόμενης μείωσης.
Έτσι, η συζήτηση για τον ΕΦΚ δεν αφορά μόνο το ύψος της ελάφρυνσης, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε αυτή να χρηματοδοτηθεί χωρίς να δημιουργήσει πρόσθετη πίεση στον προϋπολογισμό.
Στην αντλία. Η πίεση, πάντως, αποτυπώνεται ήδη στις τιμές των καυσίμων. Η αμόλυβδη κινείται κατά μέσο όρο στα 2,20 ευρώ το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης φθάνει τα 2,226 ευρώ.
Το υγραέριο κίνησης βρίσκεται λίγο πάνω από το ένα ευρώ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφορετική εικόνα που καταγράφεται στις διυλιστηριακές τιμές.
Στο ντίζελ καταγράφεται αποκλιμάκωση, με την τιμή να έχει υποχωρήσει περίπου κατά επτά λεπτά μέσα σε πέντε ημέρες, από τα 1,64 ευρώ στις 19 Σεπτεμβρίου στα 1,57 ευρώ.
Το ζητούμενο, πλέον, είναι πόσο γρήγορα αυτή η υποχώρηση θα περάσει στην αντλία.
Αντίθετα, στην αμόλυβδη η εικόνα παραμένει πιο σταθερή σε υψηλά επίπεδα, ενώ για τις επόμενες ημέρες έχουν προαναγγελθεί μικρές αυξήσεις στην αμόλυβδη και στο υγραέριο κίνησης, και μεγαλύτερη μείωση στο ντίζελ.
Το πετρέλαιο θέρμανσης. Στο επίκεντρο βρίσκεται, πλέον, και το πετρέλαιο θέρμανσης, καθώς η διάθεσή του ξεκινά στις 15 Οκτωβρίου.
Οι αρχικές εκτιμήσεις είχαν φθάσει ακόμη και στα 2,05 ευρώ το λίτρο, ωστόσο με τα σημερινά δεδομένα η τιμή εκκίνησης, εφόσον η διάθεση άρχιζε τώρα, θα βρισκόταν κοντά στα 1,95 ευρώ.
Για το πετρέλαιο θέρμανσης έχει προαναγγελθεί διπλή παρέμβαση, στην τιμή της αντλίας και στο επίδομα θέρμανσης. Στην πρώτη θα συμμετάσχουν το κράτος και τα διυλιστήρια, με τον πρωθυπουργό να έχει θέσει ως στόχο η τιμή εκκίνησης στις 15 Οκτωβρίου να είναι χαμηλότερη από τα περίπου 1,75 ευρώ το λίτρο στα οποία έκλεισε η περσινή περίοδος διάθεσης τον Απρίλιο.
Παράλληλα, έχει προαναγγελθεί οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, χωρίς να έχει ακόμη ανακοινωθεί το ποσοστό της.
Το επίδομα δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο θέρμανσης, αλλά καλύπτει, με τους προβλεπόμενους όρους, και άλλες μορφές θέρμανσης.
Το ηλεκτρικό ρεύμα. Στο εσωτερικό η ενεργειακή πίεση δεν περιορίζεται στα καύσιμα. Η χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κινείται επίσης ανοδικά.
Η άνοδος δημιουργεί εκ νέου ερωτήματα για το κόστος που θα μετακυλιστεί στα νοικοκυριά, ιδιαίτερα μέσω των πράσινων τιμολογίων.
Η κυβερνητική προσέγγιση, με τα σημερινά δεδομένα, δεν παραπέμπει σε επιστροφή στο μοντέλο των οριζόντιων επιδοτήσεων που εφαρμόστηκε κατά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση.
Αντίθετα, το βάρος μεταφέρεται περισσότερο στα σταθερά μπλε τιμολόγια, τα οποία αντιμετωπίζονται ως εργαλείο περιορισμού της έκθεσης των καταναλωτών στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς.
Η αγορά διαθέτει πλέον περισσότερες επιλογές σταθερών προϊόντων, επιτρέποντας στον καταναλωτή να «κλειδώσει» μια τιμή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Το πρόβλημα είναι ότι η μετάβαση από τα πράσινα στα μπλε τιμολόγια δεν έχει ολοκληρωθεί.
Περισσότεροι από 3,15 εκατ. καταναλωτές εξακολουθούν να βρίσκονται στα πράσινα τιμολόγια, γεγονός που σημαίνει ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα της αγοράς παραμένει εκτεθειμένο στις μεταβολές της χονδρεμπορικής τιμής. Το κρίσιμο ερώτημα για τον Οκτώβριο είναι, επομένως, πόσο από την άνοδο της χονδρεμπορικής αγοράς θα μετακυλίσουν οι προμηθευτές στους καταναλωτές και πόσο θα απορροφήσουν μέσω της εμπορικής τους πολιτικής.
Προς το παρόν δεν φαίνεται να προκρίνεται ένας αυτόματος «κόφτης» τιμών, δηλαδή ένας προκαθορισμένος μηχανισμός που θα ενεργοποιεί κρατική επιδότηση όταν η χονδρεμπορική ή η λιανική τιμή ξεπερνά ένα συγκεκριμένο επίπεδο.
Η κυβερνητική προσέγγιση είναι ότι οι συνθήκες της αγοράς μεταβάλλονται γρήγορα και δεν επιτρέπουν εύκολα τον καθορισμό ενός σταθερού ορίου παρέμβασης.
Αυτό, πάντως, δεν αποκλείει εκ των προτέρων μια μελλοντική παρέμβαση εφόσον οι συνθήκες στην αγορά επιδεινωθούν σημαντικά, οι τιμές των σταθερών προϊόντων αυξηθούν ή περιοριστούν οι διαθέσιμες επιλογές για τους καταναλωτές.
Το φυσικό αέριο. Στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας εξετάζονται σενάρια για την αγορά φυσικού αερίου εν όψει του χειμώνα.
Έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ασκήσεις για διαφορετικά επίπεδα τιμών και για το πιθανό δημοσιονομικό κόστος μιας κρατικής παρέμβασης, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ληφθεί οριστική απόφαση για νέο μέτρο στήριξης.
Καθοριστικά θα είναι η πορεία των διεθνών τιμών του φυσικού αερίου και η διάρκεια των πιέσεων στην αγορά, αλλά και το δημοσιονομικό αποτύπωμα που θα είχε οποιαδήποτε νέα επιδότηση.
Ασταθές περιβάλλον
Το διεθνές περιβάλλον, ωστόσο, παραμένει ιδιαίτερα ασταθές. Η πορεία των διεθνών τιμών, άλλωστε, αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που εξηγούν και την επιλογή της κυβέρνησης να κινηθεί σε δύο χρονικά στάδια στις ανακοινώσεις για τα καύσιμα.
Στο μεταξύ, όμως, το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στο ντίζελ, όπου η παγκόσμια αγορά εμφανίζει ενδείξεις παρατεταμένης στενότητας.
Σύμφωνα με το Reuters, οι διαταραχές στην προσφορά, οι χαμηλές αποθήκες και οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν δημιουργήσει συνθήκες που είναι πιθανό να διατηρήσουν την αγορά πιεσμένη και μέσα στο 2027.
Πηγή: vradini.gr












































